Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

multiple retailer


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο multiple παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: retailer

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
multiple adj (more than one) (μόνο πληθυντικός)πολλοί επίθ
  (επίσημος: συνήθως πληθυντικός)πολλαπλός επίθ
 John ate multiple slices of pizza.
 Ο Τζον έφαγε πολλά κομμάτια πίτσα.
multiple n (number)πολλαπλάσιο επίθ ως ουσ ουδ
 10 is a multiple of 5.
 Το 10 είναι πολλαπλάσιο του 5.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
multiple adj (electricity)πολλαπλός επίθ
 The company produced multiple circuit boards.
multiple n UK (store)υποκατάστημα ουσ ουδ
  (κατά λέξη)κατάστημα αλυσίδας περίφρ
 Erin went down to the multiple to buy something.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
least common multiple n (mathematics: lowest common denominator)χαμηλότερος κοινός παρονομαστής έκφρ
lowest common multiple n (smallest number divisible into another)ελάχιστο κοινό πολλαπλάσιο φρ ως ουσ ουδ
  (σντμ)Ε.Κ.Π., ΕΚΠ ουσ ουδ άκλ
MLS n initialism (multiple listing service)MLS ουσ ουδ άκλ
MS n initialism (multiple sclerosis)σκλήρυνση κατά πλάκας φρ ως ουσ θηλ
  (συντομογραφία)ΣΚΠ ουσ θηλ
  (συντομογραφία)MS ουσ ουδ άκλ
 Rob suffered from MS.
multiple choice n (test: choose right answer)τεστ με ερωτήσεις πολλαπλής επιλογής φρ ως ουσ ουδ
  διαγώνισμα με ερωτήσεις πολλαπλής επιλογής φρ ως ουσ ουδ
Σχόλιο: A hyphen is used when the term is an adjective that precedes the noun
multiple choice,
multiple-choice
n as adj
(question: with several options)πολλαπλής επιλογής φρ ως επίθ
multiple factors npl (several or many causes or reasons)πολλαπλοί παράγοντες ουσ αρσ πλ
 There are multiple factors associated with the cause of global warming.
multiple myeloma n (tumor)πολλαπλό μυέλωμα επίθ + ουσ ουδ
multiple personality disorder n (psychiatry: split personality) (ψυχιατρική διαταραχή)διχασμένη προσωπικότητα ουσ θηλ
 A person with multiple personality disorder can often name their various personalities.
multiple sclerosis n (disease of nervous system)σκλήρυνση κατά πλάκας ουσ θηλ
 Symptoms of multiple sclerosis may not be apparent to others for years.
split personality,
multiple personality
n
(psychological disorder)διχασμένη προσωπικότητα επίθ + ουσ θηλ
 Doctors think that Henry may be suffering from a split personality.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση multiple retailer στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «multiple retailer».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!